κονίζω
κονίζω,
- v. κονίω.
- II κονίζειν, name of a garment, dub. in Hsch. s.v. διακονίς.
κονίζω (pf. pass. κεκόνισμαι, Thcr. Idyl. 1, 30 ; pl. q. pf. 3 sg. poét. κεκόνιστο, Anth. 9, 128) c. κονίω.
κονίζω, = κονίω.