κόνικλος Save LSJ Bailly 2024 Pape κονίλη, v. κύνικλος. κόνικλος, v. κούνικλος. κόνικλος, Ael. H.A. 13.15, auch κούνικλος und κύνικλος, ὁ, cuniculus, Kaninchen.