Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κονιατήρ
κονιατήρ, plasterer
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κονδοκέρατος
κονδολύχνια
κονδομονόβολον
κονδός
κόνδος
κόνδυ
κονδύλη
κονδυλίζω
κονδύλιον
κονδυλισμός
κονδυλιστής
Κονδυλῖτις
κονδυλοειδής
κονδυλόομαι
κόνδυλος
κονδυλώδης
κονδύλωμα
κονδύλωσις
κονδυλωτός
κόνειον
κονέω
κονή
κονητής
Κονθυλεύς
κονία
κονιάζω
Κονιαῖος
κονίαλος
κονίαμα
κονίασις
κονιατήρ
κονιάτης
κονιατής
κονιατικός
κονιατός
κονιάω
κονιβατία
κονιδιΐς
κονίζω
κονίη
κονίημα
κόνικλος
κονίλη
κόνιλος
κόνιμα
Κόνιοι
κόνιον
κονιόπους
κονιορτόπους
κονιορτός
κονιορτόω
κονιορτώδης
κόνιος
κονιόω
κονίποδες
κονίπους
κόνις
κονίς
κονισάλεος
κονισαλέος
κονίσαλος
…
κονιατήρ
Save
κονιατήρ, plasterer
LSJ
κονι-ᾱτήρ, ῆρος, ὁ,
plasterer,
IG
42(1).102.251 (Epid.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}