Κορυβάντιον
Κορυβάντιον, ou mieux Κορυβαντεῖον, ου (τὸ) [ῠ] temple des Corybantes, Str. 473.
Étym. Κορύβας.
Κορυβάντιον, τό, (Κορύβας) Tempel der Korybanten, davon sprichw. εἰς Κορυβάντιον, app. prov. 2.23 (ἐπὶ τῶν καθαρῶν καὶ ἔξω αἰτίας, ἐπείπερ οἱ εἰς κορυβάντων εἰσιόντες παναγεῖς εἰσιν, von den Mysterien).