Κορυβάντιος Save Bailly 2024 Pape Κορυβάντιος, α, ον [ῠ] des Corybantes, DP. 524. Étym. Κορύβας. Κορυβάντιος, adj. (Κορύβας), z.B. ἄστυ (d.i. Samothrake) DP. 524 (v.l. κυρβάντιον) u. Eust. zu d. St.