Κορυβαντικός
Κορῠβαντ-ικός, ή, όν,
- Corybantic, σκιρτήματα Plu. Amat. 2.759b, cf. Porph. Abst. 2.21; οἱ τὰ K. τελούμενοι D.H. Dem. 22.