Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κοσμητικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κοσκινοπώλης
κοσκινοράφος
κοσκινόρινος
κοσκίνωμα
κοσκυλμάτια
κοσκυλμάτιον
Κόσκυνθος
Κοσκώνιος
κοσμαγός
κοσμαγωγός
κοσμαῖα
κοσμᾶν
κοσμαρίδιον
κοσμάριον
κοσμάρχης
Κοσμᾶς
κοσμεργάτης
κοσμέω
κόσμημα
κόσμησις
κοσμητάς
κοσμητεία
κοσμήτειρα
κοσμητέον
κοσμητέος
κοσμητεύω
κοσμητήρ
κοσμητήριον
κοσμητής
κοσμητικός
κοσμητικῶς
κοσμητός
κοσμήτρια
κόσμητρον
κοσμήτωρ
κοσμιαῖος
κοσμίδιον
κοσμίζω
κοσμικός
κόσμιον
κοσμίον
κόσμιος
κοσμιότης
κοσμιώδης
κοσμίως
κοσμοάτωρ
κοσμόβιος
κοσμογένεια
κοσμογενία
κοσμογονία
κοσμογόνος
κοσμογραφία
κοσμογράφος
κοσμοδεσπότης
κοσμοδιοικητικός
κοσμοειδής
κοσμοθέτης
κοσμοκίνητος
κοσμοκόμης
κοσμοκρατορικός
κοσμοκράτωρ
…
κοσμητικῶς
Save
Bailly 2024
κοσμητικῶς,
adv.
avec ordre,
Hiérocl.
(
Phot.
Bibl.
p. 465, 9
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}