κοσμογένεια Save LSJ Bailly 2024 Pape κοσμο-γένεια, ἡ, = sq., Jul. Gal. 49 a. κοσμο·γένεια, ας (ἡ) c. κοσμογονία, Clém. Str. 6, p. 683. Étym. κ. γίγνομαι. κοσμογένεια, ἡ, die Weltschöpfung, Clem.Al.