κοσμοπλάστης
κοσμοπλάστης, framer of the world
κοσμο-πλάστης, ου, ὁ,
- framer of the world, Ph. 1.329, 526.
κοσμο·πλάστης, ου (ὁ) créateur de l’univers, Phil. 1, 329 ; 2, 603, etc.
Étym. κόσμος, πλάσσω.
κοσμοπλάστης, ὁ, der Weltbildner, -schöpfer, Philo.