κοσμοπλαστέω
κοσμοπλαστέω, frame the world
κοσμο-πλαστέω,
- frame the world, Ph. 1.437.
κοσμοπλαστέω-ῶ, créer, litt. façonner le monde, Phil. 1, 437.
Étym. κοσμοπλάστης.
κοσμοπλαστέω, die Welt bilden, gestalten, Philo.