κυλλοίπους Save Bailly 2024 Pape κυλλοί·πους, -ποδος (ὁ, ἡ) c. κυλλόπους, Nic. Th. 458. κυλλοίπους, -ποδος, = κυλλόπους, Nic. Th. 458.