κύλλωμα
κύλλωμα, club-foot
κύλλ-ωμα, ατος, τό,
- club-foot, Gal. 18(1).670.
κύλλωμα, ατος (τὸ) membre tortu, Gal. 18, 670.
Étym. κυλλόω.
κύλλωμα, τό, das Gekrümmte, durch Krümmung Gelähmte ; Eust. zu Il. 2.217 ; Galen.