κύνδαλος
κύνδαλος, wooden peg
κύνδᾰλος, ὁ,
- wooden peg, Poll. 10.188: pl. κύνδαλα Id. 9.120.
κύνδαλος, ὁ, Pflock, hölzerner Nagel, = πάτταλος, Poll. 10.188.
κύνδαλος, wooden peg