λέπορις
λέπορις, hare
λέπορις, ὁ,
- Sicel and Aeol. for hare, Lat. lepus, acc. to Varr. RR 3.12, LL 5.20; cf. λεβηρίς II.
λέπορις , ὁ [λεβηρίς?] Aeol. hare Varr. R.R. 3.12.6, al.
λέπορις, ιος (ὁ) mot éolien, lièvre, Varr. R.R. 3, 12, etc.
λέπορις, ὁ, äol. statt λαγώς, Hase, lepus, Varr. L.L. 5.20. S. auch λεβηρίς.