Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λεπραίνομαι
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λέπαργος
λέπας
λεπάς
λέπασμα
λεπαστή
λεπαστίς
λέπαστρον
Λεπέτυμνος
λεπέω
Λεπίδα
λέπιδι
λέπιδι(ν)
λεπίδιον
λεπιδίσκη
λεπιδοειδής
λεπιδόομαι
Λέπιδος
λεπιδόχαλκος
λεπιδόω
λεπιδωτός
λεπίζω
λέπιον
λεπίς
λέπισμα
λεπισμός
λεπιστής
λεπιστός
λέπορις
λέπος
λέπρα
λεπραίνομαι
λεπράς
λεπράω
Λεπρέας
Λεπρεᾶται
Λεπρεάτης
Λεπρεᾶτις
Λεπρεῆται
Λέπρειον
Λέπρεον
Λεπρεύς
λέπρη
Λεπρὴ
λεπριάω
λεπρικός
λεπρόομαι
λεπρός
λεπρότης
λεπρόω
λεπρύνομαι
λεπρύνω
λεπρώδης
λέπρωσις
λεπτάγιον
λεπτακινός
λεπταλέος
λεπτανικός
λεπτάριον
λέπτει
λεπτεπίλεπτος
λεπτερέβινθος
…
λεπραίνομαι
Save
LSJ
λεπρ-αίνομαι,
= λεπρύνομαι (q.v.),
Nic.
Th.
156.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}