Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Λέπρειον
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λεπέω
Λεπίδα
λέπιδι
λέπιδι(ν)
λεπίδιον
λεπιδίσκη
λεπιδοειδής
λεπιδόομαι
Λέπιδος
λεπιδόχαλκος
λεπιδόω
λεπιδωτός
λεπίζω
λέπιον
λεπίς
λέπισμα
λεπισμός
λεπιστής
λεπιστός
λέπορις
λέπος
λέπρα
λεπραίνομαι
λεπράς
λεπράω
Λεπρέας
Λεπρεᾶται
Λεπρεάτης
Λεπρεᾶτις
Λεπρεῆται
Λέπρειον
Λέπρεον
Λεπρεύς
λέπρη
Λεπρὴ
λεπριάω
λεπρικός
λεπρόομαι
λεπρός
λεπρότης
λεπρόω
λεπρύνομαι
λεπρύνω
λεπρώδης
λέπρωσις
λεπτάγιον
λεπτακινός
λεπταλέος
λεπτανικός
λεπτάριον
λέπτει
λεπτεπίλεπτος
λεπτερέβινθος
λεπτηγορέω
λεπτηκής
λεπτίζομαι
λεπτίζω
Λεπτίνης
λεπτίον
λεπτίς
Λέπτις
…
Λέπρειον
Save
Bailly 2024
Λέπρειον,
ου
(
τὸ
)
ion.
c.
Λέπρεον
Call.
Jov.
39
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}