λεπτακινός
λεπτ-ᾰκῐνός, ή, όν, poet. for sq., AP 11.102 (Ammian. or Nicarch.).
λεπτακινός -ή -όν poet. AP 11.102.1, see λεπτᾰλέος.
λεπτακινός, ή, όν, c. le suiv. Anth. 11, 102.
λεπτακινός, poet. = λεπταλέος, nach B.A. 49 ἀκριβὲς καὶ ἐπὶ λεπτὸν πεφροντισμένον. – Von Menschen, winzig, klein, Ammian. 17 (XI.102).
λεπτακινός
λεπτᾰκῐνός, ή, όν
poetic for λεπταλέος, Anth.