λιθοβλής Save λιθοβλής, stoned LSJ Pape λῐθο-βλής, ῆτος, ὁ, ἡ, stoned, θνῄσκει λ. Tz. H. 3.246. λιθοβλής, ῆτος, = λιθόβλητος, Tzetz.