Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λιθοβάλλω
Brill-Montanari
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λιθάσβεστος
λίθασμα
λιθασμός
λιθαστής
λιθαστικός
λιθάω
λιθέα
λιθεία
λίθειος
λιθέμπορος
λίθεος
λιθεύω
λιθηγός
λιθηγὸς
λιθηλογής
λιθία
λιθιακά
λιθιακός
λιθίασις
λιθιάω
λιθίδιον
λιθίζω
λιθικός
λίθινος
λιθινότης
λιθίνως
λιθίον
λίθιον
λίθιος
λιθίς
λιθοβάλλω
λιθόβασις
λιθοβλής
λιθόβλητος
λιθοβολεύω
λιθοβολέω
λιθοβόλημα
λιθοβολήσιμος
λιθοβόλησις
λιθοβόλητος
λιθοβολία
λιθοβόλια
Λιθοβόλια
λιθοβολικός
λιθοβολισμός
λιθοβολιστικός
λιθοβολίτης
λιθοβόλος
λιθόβολος
λιθόγληνος
λιθογλύπτης
λιθογλυφής
λιθογλυφία
λιθογλυφικός
λιθογλύφος
λιθογλώχιν
λιθογνωμικόν
λιθογνωμικός
λιθογνώμων
λιθογόνος
λιθογραφημένη
…
λιθοβάλλω
Save
Brill-Montanari
λιθοβάλλω
[
λίθος
,
βάλλω
]
to cast stones
[Epiph.]
Ind.
118.20.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}