About Report a problem

Menu

λιθοβολήσιμος

λῐθοβολ-ήσιμος, ον,
  • = λιθοβόλος, Sch. E. Or. 50:—also λῐθο-βόλητος, Hsch. s.v. λευσίμου δίκης.

Saved

Recent