λαγωδάριον Save LSJ Brill-Montanari Pape λᾰγωδάριον, τό, Dim. of λαγώς, Ph. 1.256, 318. λᾰγωδάριον -ου, τό [λαγώς] leveret Phil.2 Post. 161, Agr. 115. λαγωδάριον, τό, dim. zu λαγώδιον, Philo.