λαγωφόνος
λαγωφόνος, hare-killer
λᾰγω-φόνος, ὁ,
- hare-killer, epith. of a species of eagle, Arist. HA 618b28:—also λαγωοφόνος (q.v.).
λᾰγωφόνος -ον [λαγώς, φόνος ] hare-killer Aristot. H.A. 618b 28.
λαγω·φόνος, ος, ον [ᾰ] qui tue les lièvres, Arstt. H.A. 9, 32, 2.
Étym. λαγώς, πεφνεῖν.
λαγωφόνος, hasentötend, so heißt der μελανάετος, Arist. H.A. 9.32. S. λαγωοφόνος.