λαγωός
λαγωός -οῦ, ὁ Barn. 10.6, epic for λαγώς.
λαγωός, οῦ (ὁ) [ᾰ]
1 lièvre, c. λαγώς, Il. 10, 361 ; 22, 310 ; Od. 17, 294 ; Xén. Cyn. 10, 2 ; Arstt. H.A. 8, 28, etc. ||
2 constellation, Nonn. D. 16, 205, etc.
λαγωός, ὁ, ion. u. ep. = λαγώς.
λαγωός
ὁ.
A hare Il. 10.361 : Od. 17.295.
Joined with πτώξ : πτῶχα λαγωόν Il. 22.310.
λαγωός (Att. λαγώς): hare.
λαγωός
λᾰγωός, οῦ,
Epic for λαγώς.