λαγώειος
λαγώειος, of or belonging to a hare
λᾰγώειος, α, ον,
- of or belonging to a hare, Opp. C. 1.491, 519.
λᾰγώειος -α -ον [λαγώς] of or pertaining to hares Opp.1 1.491, al.
λαγώειος, α, ον [ᾰ] de lièvre, Opp. C. 1, 491, 519.
Étym. λαγώς.
λαγώειος, vom Hasen, = λαγῷος ; ἀϋτμή, Opp. Cyn. 1.491 ; λόχμαι, 519 ; a.Sp.