Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λαγωόφθαλμος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λαγυνίς
λαγυνίσκος
λαγυνίων
λαγυνοθήκη
λάγυνος
λαγυνοφόρια
λαγυρίζομαι
λαγχάνω
λαγχηρός
λαγῶ
λαγωβολεῖον
λαγωβολία
λαγωβόλον
λαγωβόλος
λαγωδάριον
λαγῳδάριον
λαγωδάτον
λαγωδίας
λαγῴδιον
λαγώδιον
λαγώδων
λαγώειος
λαγωϊκός
λαγωΐνης
λαγωΐς
λαγών
λαγώνεια
λαγωοβόλον
λαγῷος
λαγωός
λαγωόφθαλμος
λαγωοφόνος
λαγώπους
λαγώπυρος
λαγώς
λαγῶς
λαγωσφαγία
λαγωσφαγίη
λαγωτροφεῖον
λαγωτροφέω
λαγωφθαλμία
λαγώφθαλμος
λαγωφονεύτρια
λαγωφόνος
λαγώχειλος
λάδανον
λάδας
Λάδας
Λᾴδας
λάδδουσθη
Λάδη
Λαδικ-
Λαδικεύς
Λαδίκη
λαδοίατο
Λαδόκεια
λᾶδος
λαδρέω
λαδωγενής
Λάδων
λαδωνίς
…
λαγωόφθαλμος
Save
Pape
λαγωόφθαλμος
, = λαγώφθαλμος, Eust. 734.15.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}