About Report a problem

Menu

λαγώνεια

λᾰγώνεια· λαγοῦ κρέα, Hsch. λᾰγωοβόλον, τό,
  • v. λαγωβόλον. λᾰγωός, οῦ, ὁ, Ep. for λαγώς (q.v.).

Saved

Recent