λαγωοφόνος
λᾰγωοφόνος, ον, poet. for λαγωφόνος, Opp. C. 1.154.
λαγωοφόνος -ον Opp.1 1.154, see λαγωφόνος.
λαγωο·φόνος, ος, ον [ᾰ] c. λαγωφόνος, Opp. C. 1, 154.
λαγωοφόνος, = λαγωφόνος, Opp. Cyn. 1.154, τρίαινα.