λεπτίζω Save LSJ Bailly 2024 Pape λεπτ-ίζω, v. λεπτύνω I. λεπτίζω, c. λεπτύνω, Diosc. 1, 43. Étym. λεπτός. λεπτίζω, = λεπτύνω (?).