λεπτῖτις Save Bailly 2024 Pape λεπτῖτις, ίτιδος [ῑτῐδ] adj. f. λ. κριθή, Geop. 3, 3, 12, orge très légère. Étym. λεπτός. λεπτῖτις, ιδος, ἡ, = λεπτίς, Geop.