λεπτόγειος
λεπτόγειος, of thin, poor soil
λεπτό-γειος, ον, Thphr. CP 3.6.8, HP 6.5.2, etc.:—also λεπτόγεως, ων, Th. 1.2: (γῆ):—
- of a thin or poor soil: pl. λεπτόγεα, τά, barren lands, Hsch., Phot., Suid.
λεπτόγειος -ον [λεπτός , γῆ ] Thphr. C.P. 3.6.8, H.P. 8.7.6, al., see λεπτόγεως.
λεπτό·γειος, ος, ον, au sol maigre, Th. C.P. 3, 6, 8.
Étym. λ. γαῖα.
λεπτόγειος, mit dünnem, magerem Boden ; Pol. 34.10.3 ; Theophr.; auch τὰ λεπτόγεα, Suid. u. Phot.
λεπτόγειος
λεπτό-γειος, ον
γαῖα, γῆ
- of thin, poor soil, Thuc.