λεπτόγραφος
λεπτόγραφος, written small
λεπτό-γρᾰφος, ον, = foreg., Luc. Vit.Auct. 23.
λεπτόγραφος -ον [λεπτός , γράφω] Luc. Vit. auct. 23 Pall. L. pref. 15, see λεπτόγραμμος.
λεπτό·γραφος, ος, ον [ᾰ] c. le préc. Luc. V. auct. 23.
Étym. λ. γράφω.
λεπτόγραφος, fein, klein geschrieben, βιβλία Luc. vit.auct. 23.
λεπτόγραφος
λεπτό-γρᾰφος, ον
γράφω
- written small or neat, Luc.