λευκίτης
λευκίτης, whitey (pr. n. of ram?)
λευκ-ίτης [ῑ], ου, Dor. -ᾱς, ὁ,
- = λευκός II, of a ram, Theoc. 5.147.
λευκίτης, ὁ, = λευκός, Theocr. 5.147.
λευκίτης
λευκί_της, ου, ὁ,
= λευκός, Theocr.