λευκοέρυθρος
λευκο-έρυθρος, ον,
- = λευκέρυθρος, Procl. Par.Ptol. 203.
λευκοέρυθρος -ον Procl. Ptol. 203, see λευκέρυθρος.
λευκο·έρυθρος, ος, ον, c. λευκέρυθρος, Procl. Ptol. 3, 16, p. 203.
λευκοέρυθρος, = λευκέρυθρος, Procl.