λευκοείμων Save LSJ Brill-Montanari Pape λευκο-είμων, = λευχείμων, τᾷ ἐσθᾶτι Melissa Ep. 11.1. λευκοείμων -ον Pythagor. epist. 11.1, see λευχείμων. λευκοείμων, ον, = λευχείμων.