λευκόγειος
λευκόγειος, of or with white earth
λευκό-γειος, ον, Thphr. CP 2.4.4, Hsch. s.v. ἄργιλος; λευκό-γεως, ων, Str. 9.5.18, Eust. 332.21 (v.l. λευκόγαιος):—
- of or with white earth, ll. cc.
λευκόγειος -ον [λευκός , γῆ ] that has white soil Thphr. C.P. 2.4.4 etc., v.l. λευκόγαιος.
λευκό·γειος, ος, ον, c. le préc. Th. C.P. 2, 4, 4, etc.
λευκόγειος, von, mit weißer Erde, Philo.