Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λευκόζωτος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Λευκιανή
λευκίζω
Λευκίμμη
λεύκινος
Λεύκιος
Λευκίππη
Λευκιππίδες
λεύκιππος
Λεύκιππος
λευκίσκος
Λευκίτας
λευκίτης
λευκοβαφής
λευκοβραχίων
λευκοβύσσινος
λευκόγαιος
λευκόγειος
λευκόγεως
λευκογραφέω
λευκογραφία
λευκογραφίς
λεύκογρυψ
λευκοδάκτυλος
λευκοδέρματος
λευκόδερμος
λευκοδίφθερος
λευκόδους
λευκοειδής
λευκοείμων
λευκοέρυθρος
λευκόζωτος
Λευκοθέα
λευκοθέα
Λευκοθέη
Λευκόθιον
λευκοθρᾳκία
λευκοθρακία
λευκοθρᾳκία ἄμπελος
λευκόθριξ
λευκοθώραξ
λευκοίκιον
λευκόϊνον
λευκόϊνος
λευκόϊον
λευκόκαρπος
λευκόκαυλος
λευκοκέρατες
λευκόκερκος
λευκοκέφαλος
λευκόκηρος
λευκόκνημος
λευκοκόμης
λευκόκομος
λευκοκράμβη
λεύκοκρας
λευκόκρας
λευκόκροκος
λευκοκύμονες
λευκοκύμων
λευκόλιθος
λευκολινής
…
λευκόζωτος
Save
LSJ
λευκό-ζωτος·
τῆς γῆς ἡ μὲν καλεῖται λ., ἡ δὲ μελάνζωτος,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}