Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λευκοσχήμων
Brill-Montanari
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λευκόπλευρος
λευκοπληθής
λευκοποδήρης
λευκοποίκιλος
λευκοποιός
λευκοπόρφυρος
λευκόπους
λευκόπρωκτος
λευκόπτερος
λευκοπτέρυξ
λευκόπυγος
λευκόπυρος
λευκόπυρρος
λευκόπυρσος
λευκόπωλος
λευκόρειθρος
λευκορόδιος
λευκόροδον
λευκόρυγχος
λεῦκος
Λεῦκος
λευκός
λευκόσαρκος
λευκόσπανος
λευκόστερνος
λευκοστεφής
λευκόστικτος
λευκόστολος
Λευκόσυροι
λευκόσφυρος
λευκοσχήμων
λευκοσώματος
λευκόσωμος
λευκόταρσος
λευκότης
λευκοτράχηλος
λευκότριχα
λευκοτριχέω
λευκότριχος
λευκότροφα
λευκότροφος
Λευκουλλιανός
Λεύκουλλος
λευκουργέω
λευκουργός
λεύκουρος
λευκοϋφής
λευκοφαής
λευκόφαιος
λευκοφανής
λευκοφαρινόχροοι
λευκόφθαλμος
λευκοφλεγματέω
λευκοφλεγματία
λευκοφλεγματίας
λευκοφλέγματος
λευκοφλεγματώδης
λευκόφλοιος
λευκοφόντης
λευκοφορέω
λευκοφορινόχροος
…
λευκοσχήμων
Save
Brill-Montanari
λευκοσχήμων
-ον [
λευκός
,
σχῆμα
]
white
HymnAn.
(
AnS
1 p. 601).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}