λευκοφλέγματος
λευκοφλέγματος, suffering from white phlegm
λευκοφλέγμᾰτ-ος, ον,
- suffering from white phlegm, Hp. Epid. 4.30.
λευκοφλέγματος -ον [λευκοφλεγματία ] patient suffering from λευκοφλεγματία Hp. Epid. 4.30.
λευκο·φλέγματος, ος, ον [ᾰ] malade d’une leucophlegmasie, Hpc. 1133b.
Étym. λ. φλέγμα.
λευκοφλέγματος, der an der Bleichsucht leide, Hippocr.