λευκόπυρος
λευκόπυρος, fine wheat
λευκό-πῡρος, ὁ,
- fine wheat, in pl., Ph. 1.614, 669.
λευκόπῡρος -ου, ὁ [λευκός , πυρός] white flour Phil.2 Mut. 235, Somn. 2.74.
λευκό·πυρος, ου (ὁ) [ῡ] farine blanche, fine, Phil. 1, 614, 669.
Étym. λ. πυρός.
λευκόπυρος, [ῡ], = σεμίδαλις, Philo.