λευκόστικτος
λευκόστικτος, grizzled
λευκό-στικτος, ον, (στίζω)
- grizzled, θρίξ E. IA 222 (lyr.).
λευκόστικτος -ον [λευκός , στίζω ] streaked with white: θρίξ hair Eur. I.A. 222.
λευκό·στικτος, ος, ον, tacheté de blanc, Eur. I.A. 222.
Étym. λ. στικτός.
λευκόστικτος, weiß gefleckt, δάμαλις, Aesch. Suppl. 350 ; λευκοστίκτῳ τριχὶ βαλιοὺς πώλους Eur. I.A. 221.
λευκόστικτος
λευκό-στικτος, ον
στίζω
- grizzled, Eur.