λευκοφλεγματέω
λευκοφλεγματέω, have dropsy
λευκοφλεγμᾰτ-έω,
- have dropsy, Hp. Coac. 472.
λευκοφλεγματέω , contr. [λευκοφλεγματία ] medic. to suffer from dropsy Hp. Coac. 2.472.
λευκοφλεγματέω-ῶ [ᾰ] être malade d’une leucophlegmasie, Hpc. 194g.
Étym. λευκοφλέγματος.
λευκοφλεγματέω, an der Bleichsucht leiden, Hippocr.