λευκοφλεγματώδης
λευκοφλεγματώδης, affected with dropsy
λευκοφλεγμᾰτ-ώδης, ες,
- affected with dropsy, Hp. Epid. 4.10.
λευκοφλεγματώδης -ες [λευκοφλεγματία ] Hp. Epid. 4.10, see λευκοφλέγματος.
λευκοφλεγματώδης, ης, ες [ᾰ] atteint d’une sorte de leucophlegmasie, Hpc. 1121h.
Étym. λευκοφλέγματος, -ωδης.
λευκοφλεγματώδης, ες, der an der Bleichsucht leide, Med., eigtl. mit weißem Schleim erfüllt, Hippocr.