Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λευκοπίων
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Λευκολοφίδης
λευκόλοφος
Λευκόλοφος
λευκομαινίς
λευκόμαλλος
Λευκόμαντις
λευκομέλας
λευκομέτωπος
λευκομήλινος
λευκόμορφος
λευκομυόχρους
λευκομφάλιος
λευκόν
Λευκὸν
Λευκὸν πεδίον
Λευκὸν τεῖχος
Λευκονο(ι)εύς
Λευκονοιεύς
λευκόνοτος
λευκοοινάριον
λευκοόπωρος
λευκοπάρειος
λευκοπάρυφος
λευκοπέλιος
λευκόπεπλος
λευκοπέταλος
λευκοπέτηλος
Λευκοπέτρα
λευκόπετρον
λευκόπηχυς
λευκοπίων
λευκόπλευρος
λευκοπληθής
λευκοποδήρης
λευκοποίκιλος
λευκοποιός
λευκοπόρφυρος
λευκόπους
λευκόπρωκτος
λευκόπτερος
λευκοπτέρυξ
λευκόπυγος
λευκόπυρος
λευκόπυρρος
λευκόπυρσος
λευκόπωλος
λευκόρειθρος
λευκορόδιος
λευκόροδον
λευκόρυγχος
λεῦκος
Λεῦκος
λευκός
λευκόσαρκος
λευκόσπανος
λευκόστερνος
λευκοστεφής
λευκόστικτος
λευκόστολος
Λευκόσυροι
λευκόσφυρος
…
λευκοπίων
Save
Pape
λευκοπίων
, ονος,
weiß u. fett, Schol. Ar. Ran
. 1124.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}