λευκόπηχυς
λευκόπηχυς, white-armed
λευκό-πηχυς, υ,
- white-armed, only in acc. pl. -πήχεις, E. Ph. 1351 (lyr.), and dat. pl. -πήχεσι, Id. Ba. 1206.
λευκόπηχυς -υ [λευκός , πῆχυς ] white-armed Eur. Ph. 1351, Bac. 1206.
λευκό·πηχυς, εος (ὁ, ἡ) aux bras blancs, Eur. Ph. 1351, Bacch. 1206.
Étym. λ. πῆχυς.
λευκόπηχυς, weißarmig, λευκοπήχεσι χειρῶν ἀκμαῖσι Eur. Bacch. 1206, ἐπὶ κάρα λευκοπήχεις κτύπους χεροῖν Phoen. 1351.
λευκόπηχυς
λευκό-πηχυς, υ,
- gen. εως, white-armed, Eur.