λιθογλύπτης
λιθογλύπτης, sculptor in stone
λῐθο-γλύπτης, ου, ὁ,
- sculptor in stone, Gloss.
λιθογλύπτης -ου, ὁ Gloss. etc., see λιθογλύφος.
λιθο·γλύπτης, ου [ῐ] c. λιθογλύφος, Chrys. 1, 552.
λιθογλύπτης, ὁ, Steinschneider, Sp.