λιθογόνος
λῐθο-γόνος, ον,
- = λιθοποιός II, Dsc. Eup. 2.118.
λῐθογόνος -ον [λίθος , γίγνομαι ] that which generates rocks Diosc.2 Eup. 2.118.
λιθο·γόνος, ος, ον [ῐ] qui engendre des pierres, Diosc. Par. 2, 111.
Étym. λ. γίγνομαι.
λιθογόνος, Steine erzeugend, Diosc.