λιθόδμητος
λιθόδμητος, stone-built
λῐθό-δμητος, ον,
- stone-built, AP 9.570 (Phld.).
λῐθόδμητος -ον [λίθος , δμητός] built out of stone Philod. (AP 9.570.4).
λιθό·δμητος, ος, ον [ῐ] construit en pierres, Anth. 9, 570.
Étym. λ. δμητός.
λιθόδμητος, von Steinen gebaut, μονόκλινον, Philodem. 32 (IX.570).
λιθόδμητος
λῐθό-δμητος, ον
- stone-built, Anth.