λιθοδόμητος
λιθοδόμητος, stone-built
λῐθο-δόμητος, ον, = foreg., J. AJ 15.11.5.
λῐθοδόμητος -ον Ios. A.I. 15.413, see λῐθόδμητος.
λιθο·δόμητος, ος, ον [ῐ] c. le préc. Jos. A.J. 15, 11, 5.
λιθοδόμητος, von Steinen gebaut, τεῖχος, Jos.