λουτηρίδιον
λου-τηρίδιον, τό, Dim. of foreg., Hero Spir. 1.37, BGU 781 ii 12 (i A. D.), Dsc. 1.43.
λουτηρί̄διον -ου, τό [λουτήριον ] a small bathtub Hero Pn. 1.37, al. Diosc.2 1.43 etc.
λουτηρίδιον, ου (τὸ) [ῑδ] petite baignoire, Héron 190b, d ; 191a, etc.
Étym. λουτήριον.
λουτηρίδιον, τό, dim. zu λουτήρ, Sp.