λούω
λούω, to wash
- wash, prop. wash the body (νίζω being used of the hands and feet, πλύνω of clothes), τὸν δʼ Ἥβη λοῦσεν Il. 5.905; δμῳαὶ λοῦσαν καὶ χρῖσαν ἐλαίῳ Od. 4.49, cf. 6.210; λοῦσʼ ἐν ποταμῷ bathed me, i.e. let me bathe, 7.296; τίς ἄν σφε λούσειεν; A. Th. 739 (lyr.); λούσαντες τὸν νεκρόν Hdt. 2.86, cf. E. Tr. 1152, S. Ant. 901; λ. τινὰ ἀπὸ τῶν πληγῶν Act.Ap. 16.33; also λ ἐκ τρίποδος μεγάλοιο washed me [with water] from a great cauldron, Od. 10.361; ὀϊστοὺς λοῦσεν φοινίσσᾳ . . Ἄρης ψακάδι Simon. 106: c. acc. cogn., λουτρὸν λοῦσαί τινα, v. λουτρόν I.2.
- b rarely of things, λ. τὰ δύο μέρη τοῦ βαλανείου PFlor. 384.30 (v A.D.).
- 2 metaph., purify, τινὰ ἐκ τῶν ἁμαρτιῶν v.l. in Apoc. 1.5.
- II Med. and Pass., bathe, λοῦσθαι ποταμοῖο ῥοῇσι Od. 6.216: also c. gen., λελουμένος Ὠκεανοῖο (of a star just risen) fresh from Oceanʼs bath, Il. 5.6; λούεσθαι ποταμοῖο bathe in the river, 6.508; so ἀπὸ [κρήνης] λουόμενοι Hdt. 3.23: c. acc. cogn., τὸ λουτρὸν ἡ Ῥέα λοῦται Arr. Tact. 33.4: abs., λούσαντο Od. 4.48, cf. Hdt. 5.20, etc.; λελουμένος freshbathed, after bathing, Id. 1.126, Ar. Lys. 1064 (lyr.); ἐν βαλανείῳ λελουμένος Pl. R. 495e; λούεσθαι ἐν πηλῷ Arist. HA 595a31; εἰς λουτρῶνας Ptol.Euerg. 3 J. (dub.): metaph., τόξα . . αἵματι λουσάμενα Simon. 143, cf. Call. Del. 95; λελουμένος τῷ φόνῳ Luc. DMeretr. 13.3.
- 2 in strict pass. sense, λοῦσθαι ὑπὸ τοῦ Διός, i.e. to be washed by the rain from heaven, Hdt. 3.124, 125.
- 3 in strict med. sense, c. acc., λοέσσασθαι χρόα wash oneʼs body, Hes. Op. 522, Th. 5; λούονται (v.l. λοῦνται) ὕδατι τὸ σῶμα Hdt. 4.75.
❶ act. to wash, usu. the body, rar. things Il. 5.905 Od. 4.49, 6.210, al. Hp. Morb. 2.20 Aeschl. Sept. 739 etc. | λοῦσαι νεκρόν to wash a corpse Il. 18.350, al. Hdt. 2.86.6; θανόντας αὐτόχειρ ὑμᾶς ἐγὼ ἔλουσα with my hands I have washed your corpses Soph. Ant. 901 |
❷ mid. to wash oneself, bathe oneself Long. 1.12.6, al.; ποταμοῖο in the water of a river Il. 6.508; Ὠκεανοῖο in the Ocean Il. 5.6; ἀπὸ κρήνης with the water of a spring Hdt. 3.23.2; ἐν βαλανείῳ in a bath Plat. Rp. 495e; θερμῷ λούσασθαι to take a hot bath Xen. Mem. 3.13.3; ἐλούετο δὲ καὶ εἰς τοὺς κοινοὺς λουτρῶνας he also went to bathe in the public baths Ath. 10.438e; οὐ γὰρ δὴ λούονται ὕδατι τὸ παράπαν τὸ σῶμα they do not wash their bodies in water at all Hdt. 4.75.2 | to purify oneself from contamination VT Lev. 14.8, al. ‖ Christ. to be baptized AAp. PTh. 34 (p. 260.6) etc. ‖ to bathe, be smeared: αἵματι with blood Sim. (AP 6.2.4); δακρύοις with tears Lyc. 371; ἐπανῆλθον … λελουμένος τῷ φόνῳ I turned back in a bloodbath Luc. DMer. 13.3
● epic impf. 3. pl. ἐλούεον Hom. 2.289 ‖ Dor. fut. λουσῶ Theocr. 5.146.
1. act. met acc. wassen, baden, een bad geven:
2. med. refl. zich wassen, baden, een bad nemen:
baden, waschen ; bei Hom. gew. von Menschen, δμωαὶ λοῦσαν καὶ χρῖσαν ἐλαίῳ, Od. 4.49, λοῦσʼ ἐν ποταμῷ, 7.296, λοῦσθαι ποταμοῖο ῥοῇσιν, 6.216, εἰωθὼς λούεσθαι ἐϋρρεῖος ποταμοῖο, Il. 6.508, wie λοεσσάμενος ποταμοῖο, 21.560, sich im Flusse baden ; λελουμένος Ὠκεανοῖο, 5.6 ; ἐς ἀσαμίνθους βάντες ἐϋξέστας λούσαντο, Od. 4.48 ; u. mit einem accus., λοέσσασθαι χρόα, sich den Leib waschen, Hes. O. 524, Th. 5 ; einmal von den Mähnen der Pferde, Il. 23.282 ; vom Waschen der Kleider aber wird πλύνω gesagt (vgl. auch νίζω); – τίς ἄν σφε λούσειεν ; Aesch. Spt. 721 ; αὐτόχειρ ὑμᾶς ἐγὼ ἔλουσα κἀκόσμησα Soph. Ant. 892 ; ἔλουσα νεκρόν Eur. Troad. 1152 ; ἀπὸ κρήνης λούεσθαι, Her. 3.23 ; γυμνάζεσθαι καὶ λοῦσθαι, Plat. Legg. XII.942b ; ἐν βαλανείῳ λελουμένος, Rep. VI.495e ; Xen. u. Folgde. Nach der gew. Vrbdg ἐς βαλανεῖον ἦλθε λουσόμενος, Ar. Nub. 837, sagen Sp. λούεσθαι εἰς λουτρῶνας, Ath. X.438e ; λούεσθαι ἐν πηλῷ, vom Schweine, Arist. H.A. 8.6.
Uebertr., αἵματι, sich im Blute baden, sp.D., φάσγανον αἵματος ὄμβρῳ Tryphiod. 20 ; vgl. Nonn. D. 15.350, 32.238 ; λελουμένος τῷ φόνῳ Luc. D. meretr. 13.3.
(λόϝω)
[λοϝ-. Cf. L. lavo.]
3 sing. aor. λοῦσε Il. 5.905, Il. 16.679 : Od. 3.464, 466, Od. 7.296, Od. 10.364, 450, Od. 23.154, Od. 24.366.
3 pl. λοῦσαν Il. 18.350, Il. 24.587 : Od. 4.49, Od. 8.364, Od. 17.88.
3 sing. subj. λούσῃ Il. 14.7.
3 pl. opt. λούσειαν Il. 18.345.
Imp. λοῦσον Il. 16.669.
Pl. λούσατε Od. 6.210.
Nom. sing. fem. pple. λούσασα Od. 5.264.
Infin. λοῦσαι Il. 24.582.
3 sing. aor. λόε (λόϝε) Od. 10.361.
Infin. mid. λούεσθαι Il. 6.508, Il. 15.265. λοῦσθαι Od. 6.216.
3 pl. aor. λούσαντο Il. 10.576 : Od. 4.48, Od. 17.87, Od. 23.142.
3 sing. opt. λούσαιτο Od. 24.254.
Imp. pl. λούσασθε Od. 23.131.
Infin. λούσασθαι Il. 23.41 : Od. 8.449.
Pf. pple. λελουμένος Il. 5.6. From λοέω (λοϝέω) impf. λόεον Od. 4.252.
Aor. pple. λοέσσας Il. 23.282.
Infin. λοέσσαι Od. 19.320.
Fut. mid. (or aor. subj.) λοέσσομαι Od. 6.221.
3 sing. aor. λοέσσατο Od. 6.227.
Pple. λοεσσάμενος, -η Il. 10.577, Il. 21.560 : Od. 1.310, Od. 6.96, Od. 8.427. (ἀπο-)
- 1
To wash the body of, cause to bathe : Τηλέμαχον λοῦσε Πολυκάστη Od. 3.464. Cf. Il. 5.905 : Od. 4.49, Od. 5.264, Od. 6.210, Od. 8.364, Od. 19.320, Od. 23.154, etc.
In reference to cleansing a corpse Il. 16.669, 679, Il. 18.350, Il. 24.582, 587.
In reference to horses : λοέσσας [ἵππους] ὕδατι Il. 23.282.
- 2
With ἀπό, to wash away or off : εἰς ὅ κε λούσῃ ἄπο βρότον Il. 14.7.
With double acc. of what is cleansed and of what is washed away : ὄφρα Πάτροκλον λούσειαν ἄπο βρότον Il. 18.345.
- 3
In mid., to wash one’s body, bathe oneself : ἐς ἀσαμίνθους βάντες λούσαντο Il. 10.576, λοεσσάμενος ποταμοῖο (genit. of space or material, in the ...) Il. 21.560. Cf. Il. 10.577: Od. 1.310, Od. 4.48, Od. 6.96, Od. 8.427, Od. 23.131, Od. 24.254, etc.
Of a horse : εἰωθὼς λούεσθαι ποταμοῖο Il. 6.508=Il. 15.265.
Fig. of a star : λελουμένος Ὠκεανοῖο Il. 5.6.
- 4
In mid., with ἀπό, to wash away or off from one’s body : λούσασθαι ἄπο βρότον Il. 23.41.
- 1
Strong 3068
to bathe, wash the body: c. acc. pers., Ac 9:37 (of a dead body); id. seq. ἀπό (Deiss., BS, 226 f.), Ac 16:33; pass. ptcp. pf., Jo 13:10, He 10:22; mid., to wash oneself (Mayor, in l.; M. Pr., 155 f., 238 f.), II Pe 2:22; metaph., Re 1:5, Rec., R, mg. (cf. ἀπο-λούω).†
λουσάμ[ενος ἐ]λθὼν ἐν ἱματίοις καθαροῖς
después de lavarte ve con ropas limpias
λουσάμενος καὶ βαπτισάμενος ἀνάβα παρὰ σαυτ[ὸ]ν καὶ ἡσύχασον
tras lavarte y sumergirte vete a tu casa y descansa
- Ito wash another, properly, to wash his body (νίζω being used of the hands and feet, πλύνω of clothes), Hom.; λούσατε ἐν ποταμῶι bathe him, i. e. let him bathe, Od.:—also, λόʼ ἐκ τρίποδος washed me [with water] from a caldron, Od.
- IIMid. and Pass. to bathe, c. gen., λελουμένος ) Ὠκεανοῖο (of a star just risen), fresh from Oceanʼs bath, Il.;so, λούεσθαι ποταμοῖο to bathe [in water] of the river, Hom.; so, ἀπὸ κρήνης λούμενος Hdt.:—absol., λούσαντο Od., etc.; λελουμένος fresh-bathed, after bathing, Hdt.; ἦλθε λουσόμενος (Hor., ire lavatum), Ar.
- 2in strict pass. sense, λοῦσθαι ὑπὸ τοῦ Διός, i. e. to be washed by the rain from heaven, Hdt.
- 3in strict mid. sense, λοέσσασθαι χρόα to wash oneʼs body, Hes.
-
…τὴν ἀνδρωνῖτιν. ἐπειδὴ δὲ τὸ παιδίον ἐγένετο ἡμῖν, ἡ μήτηρ αὐτὸ ἐθήλαζεν · ἵνα δὲ μή, ὁπότε λοῦσθαι δέοι, κινδυνεύῃ κατὰ τῆς κλίμακος καταβαίνουσα, ἐγὼ μὲν ἄνω διῃτώμην, αἱ δὲ γυναῖκες κάτω. καὶ οὕτως…
Lysias, Speeches
-
…συνέπηξεν ὑγρὸν ἐόν, μάλα δʼ ὦκα περιτρέφεται κυκόωντι, ὣς ἄρα καρπαλίμως ἰήσατο θοῦρον Ἄρηα. τὸν δʼ Ἥβη λοῦσεν, χαρίεντα δὲ εἵματα ἕσσε · πὰρ δὲ Διὶ Κρονίωνι καθέζετο κύδεϊ γαίων. αἳ δʼ αὖτις πρὸς δῶμα Διὸς…
Homer, Iliad
-
…ὑπένερθεν · ἐκ δʼ ἔθορε πρὸ φόωσδε · θεαὶ δʼ ὀλόλυξαν ἅπασαι. ἔνθα σέ, ἤιε Φοῖβε, θεαὶ λόον ὕδατι καλῷ ἁγνῶς καὶ καθαρῶς, σπάρξαν δʼ ἐν φάρεϊ λευκῷ, λεπτῷ, νηγατέῳ · περὶ δὲ χρύσεον στρόφον…
NA, Homeric Hymns
-
…ἄστυ ποσὶ κραιπνοῖσι πεποιθώς. ὡς δʼ ὅτε τις στατὸς ἵππος ἀκοστήσας ἐπὶ φάτνῃ δεσμὸν ἀπορρήξας θείῃ πεδίοιο κροαίνων εἰωθὼς λούεσθαι ἐϋρρεῖος ποταμοῖο κυδιόων · ὑψοῦ δὲ κάρη ἔχει, ἀμφὶ δὲ χαῖται ὤμοις ἀΐσσονται · ὃ δʼ ἀγλαΐηφι πεποιθὼς ῥίμφά…
Homer, Iliad
-
…τρίποδος πῦρ ἄμφεπε, θέρμετο δʼ ὕδωρ · αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ ζέσσεν ὕδωρ ἐνὶ ἤνοπι χαλκῷ, καὶ τότε δὴ λοῦσάν τε καὶ ἤλειψαν λίπʼ ἐλαίῳ, ἐν δʼ ὠτειλὰς πλῆσαν ἀλείφατος ἐννεώροιο · ἐν λεχέεσσι δὲ θέντες ἑανῷ λιτὶ κάλυψαν…
Homer, Iliad
-
…ἥ οἱ νῶτα καὶ εὐρέας ἄμπεχεν ὤμους, ἐκ κεφαλῆς δʼ ἔσμηχεν ἁλὸς χνόον ἀτρυγέτοιο. αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ πάντα λοέσσατο καὶ λίπʼ ἄλειψεν, ἀμφὶ δὲ εἵματα ἕσσαθʼ ἅ οἱ πόρε παρθένος ἀδμής, τὸν μὲν Ἀθηναίη θῆκεν Διὸς ἐκγεγαυῖα…
Homer, Odyssey
-
…δʼ ἄρα πῦρ ἀνέκαιʼ · ἣ δʼ ἔσσυτο πόσσʼ ἁπαλοῖσι μητέρʼ ἀναστήσουσα θυώδεος ἐκ θαλάμοιο. ἀγρόμεναι δέ μιν ἀμφὶς ἐλούεον ἀσπαίροντα ἀμφαγαπαζόμεναι · τοῦ δʼ οὐ μειλίσσετο θυμός · χειρότεραι γὰρ δή μιν ἔχον τροφοὶ ἠδὲ τιθῆναι. αἳ μὲν…
NA, Homeric Hymns
-
…. κὰδ δʼ ἔλιπον δύο φάρεʼ ἐΰννητόν τε χιτῶνα, ὄφρα νέκυν πυκάσας δοίη οἶκονδε φέρεσθαι. δμῳὰς δʼ ἐκκαλέσας λοῦσαι κέλετʼ ἀμφί τʼ ἀλεῖψαι νόσφιν ἀειράσας, ὡς μὴ Πρίαμος ἴδοι υἱόν, μὴ ὃ μὲν ἀχνυμένῃ κραδίῃ χόλον οὐκ…
Homer, Iliad
-
…τε ῥύπα πάντα, ἑξείης πέτασαν παρὰ θῖνʼ ἁλός, ἧχι μάλιστα λάιγγας ποτὶ χέρσον ἀποπλύνεσκε θάλασσα. αἱ δὲ λοεσσάμεναι καὶ χρισάμεναι λίπʼ ἐλαίῳ δεῖπνον ἔπειθʼ εἵλοντο παρʼ ὄχθῃσιν ποταμοῖο, εἵματα δʼ ἠελίοιο μένον τερσήμεναι αὐγῇ. αὐτὰρ ἐπεὶ…
Homer, Odyssey
-
…ἔνθα δέ οἱ τέμενος βωμός τε θυώδης. ἔνθʼ ἥ γʼ εἰσελθοῦσα θύρας ἐπέθηκε φαεινάς · ἔνθα δέ μιν Χάριτες λοῦσαν καὶ χρῖσαν ἐλαίῳ ἀμβρότῳ, οἷα θεοὺς ἐπενήνοθεν αἰὲν ἐόντας, ἀμβροσίῳ ἑδανῷ, τό ῥά οἱ τεθυωμένον ἦεν .…
NA, Homeric Hymns